Επιμέλεια Παιδιού🧒

Μετοίκηση του παιδιού στο εξωτερικό: πότε επιτρέπεται και τι γίνεται όταν ο άλλος γονέας αρνείται

Ευαγγελία Αργυρίου

Ευαγγελία Αργυρίου

Μετοίκηση του παιδιού στο εξωτερικό: πότε επιτρέπεται και τι γίνεται όταν ο άλλος γονέας αρνείται

Η ερώτηση τίθεται σχεδόν πάντα με τα ίδια λόγια:

Μου έγινε μια πρόταση δουλειάς στο εξωτερικό. Μπορώ να πάρω το παιδί μαζί μου;

Συνήθως την ακολουθεί μια δεύτερη, πιο χαμηλόφωνη: «Κι αν ο άλλος δεν συμφωνεί;».
Η σύντομη απάντηση είναι ότι η μετοίκηση επιτρέπεται, αλλά όχι μονομερώς. Χρειάζεται είτε η έγγραφη συμφωνία του άλλου γονέα είτε απόφαση δικαστηρίου, και μάλιστα πριν από την αναχώρηση. Όλα τα υπόλοιπα, και είναι πολλά, αφορούν το πώς φτάνει κανείς σε ένα από τα δύο.
Αξίζει να ειπωθεί από την αρχή, γιατί συχνά ο γονέας το μαθαίνει αργά. Ένα εισιτήριο που κλείστηκε βιαστικά μπορεί να κοστίσει περισσότερο από οποιαδήποτε δίκη.

Τι ορίζει ο νόμος για τον τόπο διαμονής του παιδιού.

Το άρθρο 1519 παρ. 2 του Αστικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά τον ν. 4800/2021, είναι σαφές. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, όταν αυτή επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο το παιδί
δεν διαμένει, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση.
Δύο λέξεις σηκώνουν όλο το βάρος της διάταξης. Η πρώτη είναι το «προηγούμενη». Η συναίνεση ή η απόφαση πρέπει να υπάρχει πριν φύγει το παιδί, όχι να αναζητηθεί εκ των υστέρων ως νομιμοποίηση ενός τετελεσμένου. Η δεύτερη
είναι το «ουσιωδώς». Μια μετακόμιση από την Καλαμαριά στη Θέρμη δεν αλλάζει τίποτα στην επικοινωνία. Μια μετακόμιση στο Μόναχο τη μετατρέπει από εβδομαδιαία καθημερινότητα σε ταξίδι με αεροπλάνο, και εκεί δεν χωρά
αμφιβολία ότι η διάταξη εφαρμόζεται.
Αξίζει να σημειωθεί κάτι που συχνά ξαφνιάζει. Ο κανόνας δεσμεύει και τον γονέα που έχει την αποκλειστική επιμέλεια.
Το ότι το παιδί μένει μαζί του και ότι εκείνος αποφασίζει για την καθημερινότητά του δεν του δίνει το δικαίωμα να αποφασίσει μόνος σε ποια χώρα θα μεγαλώσει. Ο νομοθέτης αντιμετώπισε τον τόπο διαμονής ως ζήτημα που αγγίζει
τον πυρήνα της σχέσης του παιδιού και με τους δύο γονείς, και γι’ αυτό το έθεσε εκτός μονομερούς εξουσίας.
Η έγγραφη συμφωνία, από την πλευρά της, δεν χρειάζεται πανηγυρικό τύπο για να είναι έγκυρη. Στην πράξη όμως είναι προτιμότερο να είναι αναλυτική: να ορίζει τη χώρα και την πόλη, το σχολείο, τον τρόπο και τη συχνότητα της
επικοινωνίας, το ποιος επιβαρύνεται με τα έξοδα των μετακινήσεων. Ένα γενικόλογο «συναινώ» αφήνει ανοιχτά ακριβώς τα σημεία στα οποία θα γεννηθεί η επόμενη διαφορά.

Όταν ο άλλος γονέας αρνείται.

Η άρνηση δεν κλείνει τον δρόμο. Τον μεταφέρει στο δικαστήριο. Ο γονέας που επιθυμεί τη μετοίκηση ζητά από το Μονομελές Πρωτοδικείο να την επιτρέψει, και το δικαστήριο, κατά το ίδιο το άρθρο 1519 παρ. 2 ΑΚ, μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Η κύρια αγωγή προϋποθέτει την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης του ν. 4640/2019. Όταν ο χρόνος πιέζει, και σχεδόν πάντα πιέζει, γιατί η θέση εργασίας ή η εγγραφή στο σχολείο δεν περιμένουν, η προσωρινή ρύθμιση επιδιώκεται με ασφαλιστικά μέτρα.
Το κριτήριο είναι ένα και το ορίζει το άρθρο 1511 ΑΚ: το συμφέρον του παιδιού. Όχι του γονέα που φεύγει, όχι εκείνου
που μένει. Αυτό ακούγεται αυτονόητο, αλλά στην αίθουσα αλλάζει ριζικά το τι έχει νόημα να αποδείξει κανείς.
Στην πράξη, τα δικαστήρια δεν πείθονται από το πόσο καλύτερος είναι ο μισθός στο εξωτερικό. Πείθονται όταν βλέπουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο ζωής για το παιδί. Πού θα μένει, σε ποιο σχολείο θα φοιτήσει και σε ποια γλώσσα,
ποιος θα το φροντίζει τις ώρες που ο γονέας εργάζεται, ποιο οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο θα βρει εκεί. Εξίσου προσεκτικά εξετάζουν τι αφήνει πίσω του: το σχολείο, τους φίλους, τους παππούδες, και πάνω απ’ όλα τη σχέση με
τον άλλο γονέα.
Εδώ βρίσκεται και το σημείο που κρίνει τις περισσότερες υποθέσεις. Ο γονέας που ζητά την άδεια οφείλει να προτείνει ο ίδιος πώς θα διατηρηθεί η επικοινωνία του άρθρου 1520 ΑΚ. Μεγάλα διαστήματα στις διακοπές, τακτική βιντεοκλήση σε σταθερές ώρες, ανάληψη μέρους ή του συνόλου των εξόδων μετακίνησης. Όποιος εμφανίζεται με έτοιμη και γενναιόδωρη πρόταση δείχνει στο δικαστήριο ότι αντιλαμβάνεται τη μετοίκηση ως αλλαγή τόπου και όχι ως απομάκρυνση από τον άλλο γονέα. Όποιος την αποφεύγει, συνήθως επιβεβαιώνει τον φόβο της απέναντι πλευράς.

Βαρύτητα έχει και η γνώμη του ίδιου του παιδιού, ανάλογα με την ωριμότητά του, όπως επιτάσσει το άρθρο 1511 ΑΚ.
Ένας δωδεκάχρονος που εξηγεί με δικά του λόγια γιατί θέλει ή δεν θέλει να φύγει δεν αγνοείται εύκολα.
Το ίδιο ισχύει, αντίστροφα, για τον γονέα που αντιτίθεται. Η άρνηση πρέπει να στηρίζεται στο παιδί και όχι στη σύγκρουση με τον πρώην σύντροφο. Το δικαστήριο διακρίνει γρήγορα πότε η αντίρρηση εκφράζει πραγματική
ανησυχία και πότε λειτουργεί ως μοχλός πίεσης.

«Μα είναι λογικό να φύγω»

Πίσω από τις περισσότερες υποθέσεις μετοίκησης βρίσκεται μια σκέψη που στον γονέα φαίνεται αυτονόητη. Ο νόμος
τη βλέπει διαφορετικά, και καλό είναι αυτό να γίνει κατανοητό πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.
Η πιο συνηθισμένη αφορά τον γονέα που εγκαταστάθηκε σε μια πόλη ή σε μια χώρα επειδή ακολούθησε τον σύζυγό
του. Άφησε πίσω δουλειά, φίλους, οικογένεια, και τώρα που ο γάμος τελείωσε θεωρεί ότι τελείωσε και ο λόγος για τον
οποίο βρίσκεται εκεί. Για τον ίδιο, αυτό είναι απολύτως αληθινό. Κανείς δεν μπορεί να τον υποχρεώσει να μείνει.

Το παιδί όμως δεν ακολούθησε κανέναν. Εκεί πηγαίνει σχολείο, εκεί έχει τους φίλους του, εκεί ζει και ο άλλος του γονέας.
Ο τόπος που για τον ενήλικο ήταν παραχώρηση, για το παιδί είναι απλώς το σπίτι του. Το άρθρο 1519 παρ. 2 ΑΚ δεν ρωτά πώς βρέθηκε η οικογένεια στον συγκεκριμένο τόπο. Ρωτά τι θα σημάνει για το παιδί η αλλαγή του.
Κοντά σε αυτό βρίσκεται και το δεύτερο επιχείρημα: οι γονείς μου, τα αδέλφια μου, οι άνθρωποι που μπορούν να με στηρίξουν είναι αλλού. Είναι σοβαρό επιχείρημα και τα δικαστήρια το αντιμετωπίζουν ως τέτοιο. Ένας γονέας που
μεγαλώνει παιδί μόνος, χωρίς κανέναν να κρατήσει το παιδί όταν αρρωστήσει ή όταν η βάρδια τελειώνει αργά, δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με εκείνον που έχει τη γιαγιά στον διπλανό δρόμο. Η ποιότητα ζωής του γονέα που φροντίζει
το παιδί επηρεάζει και το ίδιο το παιδί. Το επιχείρημα όμως δεν αρκεί να διατυπωθεί. Πρέπει να αποδειχθεί, με συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένη κατοικία, συγκεκριμένη προοπτική εργασίας. Και θα σταθμιστεί με αυτό που
χάνεται, δηλαδή την καθημερινή παρουσία του άλλου γονέα. Αξίζει επίσης να θυμάται κανείς ότι η διάταξη δεν αφορά μόνο το εξωτερικό.

Μια επιστροφή από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, κοντά στους παππούδες, προϋποθέτει την ίδια συμφωνία ή την ίδια απόφαση.
Υπάρχει, τέλος, η φράση «το παιδί εμένα θέλει». Συχνά είναι αλήθεια. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη ανάλογα με την ωριμότητά του, όπως ορίζει το άρθρο 1511 ΑΚ, και ένα μεγαλύτερο παιδί με σταθερή και αιτιολογημένη άποψη θα ακουστεί με προσοχή.

Η προτίμηση όμως δεν υποκαθιστά ούτε τη συναίνεση του άλλου γονέα ούτε τη δικαστική απόφαση, και δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να επιλέξει μόνος τον τόπο διαμονής. Ούτε η αποκλειστική επιμέλεια το δίνει. Το δικαστήριο θα εξετάσει και κάτι ακόμη: αν η άποψη του παιδιού είναι πράγματι δική του ή αν έχει διαμορφωθεί μέσα στην ένταση του χωρισμού. Ένα παιδί που θέλει να μένει με τη μητέρα του δεν έχει πει ότι θέλει να βλέπει τον πατέρα του δύο φορές τον χρόνο.
Και οι τρεις αυτές σκέψεις μπορεί να αποτελέσουν τον κορμό μιας βάσιμης αίτησης. Καμία τους δεν δικαιολογεί την αναχώρηση χωρίς αυτήν.

Αν φύγω χωρίς συναίνεση;

Είναι η ερώτηση που δεν διατυπώνεται πάντα φωναχτά, αλλά υπάρχει σχεδόν σε κάθε τέτοια υπόθεση.

Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι.
Η μετακίνηση παιδιού σε άλλο κράτος χωρίς τη συναίνεση του άλλου γονέα ή δικαστική άδεια αποτελεί, κατά κανόνα, παράνομη μετακίνηση κατά τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών,
την οποία η Ελλάδα κύρωσε με τον ν. 2102/1992. Ο γονέας που έμεινε πίσω απευθύνεται στην Κεντρική Αρχή και ζητά την επιστροφή. Αν η αίτηση υποβληθεί μέσα σε έναν χρόνο, το δικαστήριο της χώρας υποδοχής διατάσσει κατά
κανόνα την άμεση επιστροφή του παιδιού, χωρίς να εξετάσει ποιος γονέας είναι καταλληλότερος. Οι εξαιρέσεις, με κυριότερη τον σοβαρό κίνδυνο για το παιδί, ερμηνεύονται στενά.
Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση το πλαίσιο είναι ακόμη αυστηρότερο. Ο Κανονισμός 2019/1111 διατηρεί καταρχήν τη δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από τη μετακίνηση. Με απλά λόγια, η φυγή δεν μεταφέρει τη δίκη σε φιλικότερο έδαφος.
Υπάρχει και η ποινική διάσταση του άρθρου 324 του Ποινικού Κώδικα για την αρπαγή ανηλίκου. Το βαρύτερο τίμημα όμως πληρώνεται αλλού.

Ο γονέας που επιστρέφει ύστερα από διαταγή επιστροφής εμφανίζεται στη δίκη της
επιμέλειας έχοντας ήδη δείξει ότι δεν σέβεται τον ρόλο του άλλου γονέα. Και αυτό, μετά τον ν. 4800/2021, είναιακριβώς ό,τι το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει.

Τι έχει νόημα να γίνει στην πράξη.

Ξεκινήστε νωρίς. Μια δίκη για τη μεταβολή του τόπου διαμονής χρειάζεται μήνες, και η πρόταση εργασίας σπανίως περιμένει τόσο. Όποιος ζητά νομική συμβουλή πριν υπογράψει οτιδήποτε έχει περισσότερες επιλογές από εκείνον που τη ζητά με τις βαλίτσες μισοέτοιμες.
Μιλήστε πρώτα με τον άλλο γονέα, και μιλήστε με συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν είναι σπάνιο μια άρνηση να γίνει συμφωνία όταν ο γονέας που μένει πίσω δει γραμμένο το πρόγραμμα των διακοπών και καταλάβει ότι δεν χάνει το παιδί του. Η συμφωνία αυτή, εφόσον επιτευχθεί, καλό είναι να αποτυπωθεί έτσι ώστε να μπορεί να εκτελεστεί και στη χώρα προορισμού.
Και αν η συμφωνία δεν έρθει, αφήστε το δικαστήριο να αποφασίσει. Είναι ο πιο αργός δρόμος. Είναι όμως ο μόνος που οδηγεί σε μια νέα ζωή στο εξωτερικό χωρίς τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα χρειαστεί να γυρίσετε πίσω.

Ευαγγελία Αργυρίου

Ευαγγελία Αργυρίου