Επιμέλεια Παιδιού🧒

Αναληθείς κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία

Ευαγγελία Αργυρίου

Ευαγγελία Αργυρίου

Αναληθείς κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία

Εισαγωγή

Μεταξύ των πιο ευαίσθωτων ζητημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει ο δικηγόρος οικογενειακού δικαίου συγκαταλέγεται αναμφίβολα το φαινόμενο των αναληθών κατηγοριών περί ενδοοικογενειακής βίας. Σε ορισμένες υποθέσεις, οι καταγγελίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά προβάλλονται σκοπίμως ως μέσο πίεσης στο πλαίσιο κάποιας σφοδρής δικαστικής αντιδικίας. Η νομική τους διάσταση αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν οι καταγγελίες αυτές συνδέονται με την ανάθεση επιμέλειας τέκνου, δεδομένου ότι μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τόσο την κρίση του δικαστηρίου όσο και τη σχέση του παιδιού με τον έναν εκ των γονέων. Πρόκειται ουσιαστικά για τις περιπτώσεις όπου προβάλλονται περιστατικά που είτε δεν έχουν λάβει χώρα, είτε τα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο και με διαστρέβλωσή τους, με αποκλειστικό σκοπό να χαρακτηριστεί ως ακατάλληλος ο έτερος γονέας. Αξιοσημείωτο είναι, ότι οι εν λόγω καταγγελίες εμφανίζονται συχνότερα σε κρίσιμες δικονομικές φάσεις: Λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια έκδοσης διαζυγίου ή κατά τη διάρκεια εκδίκασης ενδίκων μέσων που πρόκειται να κρίνουν για την επιμέλεια των τέκνων. Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι ακόμη και μια αβάσιμη καταγγελία μπορεί να επιφέρει άμεσες και ουσιαστικές συνέπειες, πριν ακόμη κριθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών.

Πώς χρησιμοποιούνται οι καταγγελίες για πίεση

Σε ορισμένες υποθέσεις, η επίκληση ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί στην πράξη ως δικονομικό εργαλείο: επιδιώκει την απομάκρυνση του γονέα από το οικογενειακό περιβάλλον, τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό της επικοινωνίας με το τέκνο, την ενίσχυση αιτήματος για αποκλειστική επιμέλεια, ή και τη δημιουργία δυσμενούς ψυχολογικού κλίματος εις βάρος του. Η επίπτωση αυτή είναι ιδιαιτέρως εμφανής στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων, όπου οι αποφάσεις εκδίδονται ταχύτατα και με το κριτήριο της πιθανολόγησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση μπορεί να επηρεάσει προσωρινώς αλλά πολύ ουσιαστικά την κατάσταση του γονέα και τη σχέση του με το παιδί.Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι με μια απλή καταγγελία ακόμη και αβάσιμη, ο γονέας που κατηγορείται θα βρεθεί ξαφνικά να συλλαμβάνεται επ΄ αυτοφώρω και θα κινηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του. Η επιμέλεια τέκνου ανατίθεται, κατά πάγια νομολογία, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου είτε σε έναν από τους δύο γονείς είτε και στους δύο, οι οποίοι θα την ασκούν από κοινού. Ωστόσο, όταν τίθεται ζήτημα βίας, τα δικαστήρια αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάγκη προστασίας του παιδιού — τόσο ώστε ακόμη και η υπόνοια κινδύνου να μπορεί να δικαιολογήσει περιοριστικά μέτρα. Έτσι, μια αναληθής κατηγορία, ακόμη και αν τελικά αποδειχθεί αβάσιμη, ενδέχεται να έχει ήδη αλλοιώσει την καθημερινότητα του παιδιού, να έχει διαταράξει τη σχέση του με τον γονέα που κατηγορήθηκε αδίκως και να έχει επηρεάσει αρνητικά τη συνολική εκτίμηση της υπόθεσης.

Τι εξετάζουν τα δικαστήρια

Τα ελληνικά δικαστήρια, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, προσεγγίζουν με αυξημένη επιφυλακτικότητα ισχυρισμούς περί ενδοοικογενειακής βίας που προβάλλονται σε διαδικασίες επιμέλειας. Εξετάζουν κατ' αρχάς τη συνοχή και συνέπεια των καταγγελιών, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται — ιατρικές γνωματεύσεις, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα — καθώς και τη χρονική συγκυρία κατά την οποία έχουν υποβληθεί. Μια καταγγελία που υποβάλλεται λίγο πριν από δίκη επιμέλειας ή στο πλαίσιο δικαστικής διαμάχης αξιολογείται με ιδιαίτερη προσοχή. Επιπλέον, τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τη συνολική συμπεριφορά των γονέων και διερευνούν αν η καταγγελία επιχειρεί να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό.

Οι συνέπειες των ψευδών καταγγελιών

Η επίκληση αναληθών περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας ενέχει σοβαρούς κινδύνους για εκείνον που προβαίνει σε αυτήν. Πέραν της απώλειας αξιοπιστίας ενώπιον του δικαστηρίου, μπορεί να εκτιμηθεί αρνητικά ως προς την καταλληλότητα του γονέα για την άσκηση επιμέλειας, ενώ δεν αποκλείονται αστικές ή και ποινικές ευθύνες. Πρωτίστως, όμως, επηρεάζεται το ίδιο το παιδί, το οποίο εκτίθεται σε ένα περιβάλλον σύγκρουσης και ψυχολογικής χειραγώγησης που απέχει πολύ από αυτό που το νόμος ορίζει ως «συμφέρον του ανηλίκου», ενώ η όλη αυτή συμπεριφορά συνιστά κακή άσκηση γονικής μέριμνας.

Πώς μπορεί να προστατευθεί ο γονέας

Όταν ένας γονέας αντιμετωπίζει ψευδής καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας, η έγκαιρη και οργανωμένη άμυνα είναι υψίστης σημασίας. Προτεραιότητα αποτελεί η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού: μαρτύρων, εγγράφων, αρχείου επικοινωνιών. Εξίσου σημαντική είναι η διατήρηση ψύχραιμης και συνεπούς στάσης, η αποφυγή συγκρούσεων που ενδέχεται να παρερμηνευτούν, και η άμεση νομική κίνηση για αποκατάσταση της πραγματικής εικόνας. Η επιλογή της ορθής νομικής στρατηγικής δεν είναι απλώς χρήσιμη — σε περιπτώσεις που αφορούν την επιμέλεια, είναι αναγκαία.

Συμπέρασμα

Οι ψευδείς κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία αποτελούν ένα φαινόμενο με σοβαρές έννομες συνέπειες, ικανό να αλλοιώσει την πραγματικότητα και να επηρεάσει καθοριστικά δικαστικές αποφάσεις για το τέκνο. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, αξιολογούν σε βάθος τα πραγματικά περιστατικά και το αποδεικτικό πλαίσιο κάθε υπόθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έγκαιρη νομική καθοδήγηση δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή — αλλά εγγύηση για την προστασία τόσο των δικαιωμάτων του γονέα όσο και του πραγματικού συμφέροντος του παιδιού

Ευαγγελία Αργυρίου

Ευαγγελία Αργυρίου