Εισαγωγή
Το σύμφωνο συμβίωσης συγκαταλέγεται στις πλέον δημοφιλείς επιλογές για
την έναρξη και την οργάνωση της οικογενειακής ζωής, καθώς προσφέρει στα
ζευγάρια ένα σύγχρονο νομικό πλαίσιο, που αναγνωρίζει τη συμβίωσή τους,
χωρίς να χρειάζεται να τελέσουν γάμο. Όταν όμως τα μέρη θέλουν να
αποδεσμευθούν από τη σύνδεση λόγω συμφώνου συμβίωσης, ιδίως όταν
έχουν αποκτήσει ανήλικα τέκνα, η κοινή πεποίθηση είναι ότι ακολουθείται
ταυτόσημη διαδικασία με το συναινετικό διαζύγιο.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, υιοθετείται διαφορετική διαδικασία. Η λύση του
συμφώνου συμβίωσης αποτελεί χωριστό μέρος της διαδικασίας αυτής, ενώ η
ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν τα τέκνα δεν επιτυγχάνεται με τον ίδιο
τρόπο που ισχύει στο συναινετικό διαζύγιο.
Η διευκρίνιση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι πολλοί γονείς τελούν υπό
την πλάνη ότι, όλα τα ζητήματα, γίνεται να ρυθμιστούν με μία και μόνο
συμβολαιογραφική πράξη, όπως στην περίπτωση της λύσης του γάμου.
Πώς λύνεται συναινετικά το σύμφωνο συμβίωσης;
Όταν η επιθυμία λύσης του συμφώνου συμβίωσης είναι κοινή, η διαδικασία
απλοποιείται.
Η λύση λαμβάνει χώρα με συμβολαιογραφική πράξη, την οποία
υπογράφουν τα δύο μέρη ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού έχουν
χορηγηθεί στους τελευταίους οι προαπαιτούμενες ειδικές πληρεξουσιότητες.
Μετά την υπογραφή, η πράξη καταχωρίζεται στο αρμόδιο Ληξιαρχείο, οπότε
και λογίζεται ολοκληρωμένη η λύση του συμφώνου συμβίωσης.
Η προαναφερθείσα διαδικασία αφορά αποκλειστικά την αποδέσμευση και την
λύση της σχέσης συμβίωσης μεταξύ των μερών του συμφώνου συμβίωσης,
και δεν δίνει ταυτόχρονη λύση για τα ζητήματα που σχετίζονται με τα ανήλικα
τέκνα.
Τι συμβαίνει με την επιμέλεια, τη γονική μέριμνα και τη διατροφή;
Η σημαντικότερη διάκριση, σε σχέση με το συναινετικό διαζύγιο, είναι ότι οι
ρυθμίσεις που αφορούν τα ζητήματα των τέκνων δεν ενσωματώνονται στη
συμβολαιογραφική πράξη που λύνει το σύμφωνο συμβίωσης.
Στην περίπτωση που οι επιθυμίες των γονέων συμπίπτουν, ως προς:
1την από κοινού ή ατομική άσκηση της γονικής μέριμνας,
2. την επιμέλεια ή τον συγκεκριμένο τρόπο άσκησής της,
3. το χρονικό πλαίσιο επικοινωνίας του παιδιού με κάθε γονέα,
4. την καταβολή διατροφής υπέρ του ανηλίκου,
τα ζητήματα αυτά μπορούν να ρυθμιστούν με την διαδικασία
της διαμεσολάβησης.
Τα σημεία της συμφωνίας καταγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα στο
σχετικό πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο ακολουθεί την σχετική νόμιμη
διαδικασία, ώστε να αποκτήσει εκτελεστότητα.
Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αποσοβηθεί μία χρονοβόρα και ψυχοφθόρα
διαμάχη ενώπιον δικαστηρίων, δίνοντας στους γονείς την διέξοδο μίας
εξωδικαστικής λύσης που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του
παιδιού.
Όταν δεν υπάρχει συμφωνία;
Η συναινετική λύση δεν αποτελεί επιλογή για μια μεγάλη μερίδα γονέων.
Στην περίπτωση που μόνο ο ένας από τους δύο συμβαλλόμενους δεν
επιθυμεί τη συνέχιση του συμφώνου συμβίωσης, ο νόμος τού δίνει τη
δυνατότητα μονομερούς λύσης μέσω εξώδικης καταγγελίας, χωρίς να
συναινέσει απαραιτήτως το άλλο μέρος.
Η εξώδικη καταγγελία είναι μέσο λύσης αποκλειστικά του συμφώνου
συμβίωσης και δεν ρυθμίζει τα ζητήματα που αφορούν τα τέκνα.
Εφόσον οι γονείς δε μπορούν να πετύχουν συμφωνία για ζητήματα
επιμέλειας, γονικής μέριμνας, επικοινωνίας ή διατροφής, τα ζητήματα αυτά
θα πρέπει να εισαχθούν στο αρμόδιο δικαστήριο για επίλυση.
Ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και το επείγον της κατάστασης, μπορεί να
κριθεί απαραίτητη η προσωρινή δικαστική προστασία μέσω ασφαλιστικών
μέτρων, ενώ ακολουθεί η κύρια διαγνωστική δίκη για την οριστική ρύθμιση
των σχέσεων γονέων- τέκνων.
Ποια τα βασικά σημεία διάκρισης από το συναινετικό διαζύγιο;
Πρόκειται ίσως για την παρανόηση που συναντάμε συχνότερα στην
καθημερινότητα.
Στην διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με συναινετικό διαζύγιο, η συμφωνία
των συζύγων που αναφέρεται στη λύση του γάμου και η συμφωνία για την
επιμέλεια, τη διατροφή και την επικοινωνία των παιδιών ενσωματώνονται στην
ΙΔΙΑ διαδικασία και αποτυπώνονται στην αυτή συμβολαιογραφική πράξη.
Αντίθετα, στο σύμφωνο συμβίωσης που πρόκειται να λυθεί:
1. η λύση του συμφώνου γίνεται με συμβολαιογραφική πράξη συναινετικά
ή με εξώδικη καταγγελία μονομερώς, αφενός,
2. αφετέρου, η ρύθμιση των ζητημάτων των ανηλίκων τέκνων ακολουθεί
διαφορετική διαδικασία μέσω διαμεσολάβησης, συναινετικά, ή, ελλείψει
συμφωνίας, μέσω του αρμόδιου δικαστηρίου.
Επομένως, πρόκειται για δύο ξεχωριστές διαδικασίες που εξελίσσονται
συγχρόνως, μεν, δεν ταυτίζονται, δε.
Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού παραμένει το βασικό κριτήριο
Το δικαστήριο δεν ενδιαφέρεται αν οι γονείς είχαν τελέσει γάμο ή είχαν
συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, εφαρμόζει τις κοινές θεμελιώδεις αρχές του
οικογενειακού δικαίου.
Κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, την άσκηση της επιμέλειας, ή το
πλαίσιο επικοινωνίας, λαμβάνεται με αποκλειστικό κριτήριο το βέλτιστο
συμφέρον του τέκνου, και όχι τις ατομικές επιθυμίες ή τις έριδες μεταξύ των
γονέων.
Για τον λόγο αυτό, συνυπολογίζονται παράμετροι, όπως:
1. η συνεισφορά, μέχρι το σημείο της λύσης, κάθε γονέα στην ανατροφή
του τέκνου,
2. οι συναισθηματικοί δεσμοί που έχουν διαμορφωθεί με κάθε γονέα-
πρόσωπο φροντίδας,
3. οι συνθήκες διαβίωσης και η καθημερινότητα του τέκνου,
4. η δυνατότητα συνεργασίας και συνεννόησης των γονέων,
5. οι ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, ανάλογα με την ηλικία του και τις τυχόν
ιδιαιτερότητές του.
Πώς καθίσταται καίρια η έγκαιρη νομική καθοδήγηση;
Η λύση ενός συμφώνου συμβίωσης αποτελεί, συνήθως, μια αναίμακτη και
γρήγορη διαδικασία, σε σχέση με μία αντιδικία μεταξύ συζύγων. Ωστόσο, τα
σχετικά με τα παιδιά ζητήματα είναι εξίσου σημαντικά, αν όχι σημαντικότερα,
και απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό και στρατηγική.
Η έγκαιρη νομική συμβουλή μπορεί να συνδράμει:
1. στην αποτροπή άσκοπων και μακρών δικαστικών μαχών,
2. στην σωστή επιλογή της αρμόζουσας διαδικασίας,
3. στη σύνταξη ασφαλών και συμφερουσών συμφωνιών,
4. στην αποτελεσματική και πληρέστερη προάσπιση των δικαιωμάτων,
τόσο των γονέων, όσο και των παιδιών.
Συχνά, μία καλά προμελετημένη διαμεσολάβηση μπορεί να οδηγήσει σε μία
ισορροπημένη, λειτουργική, και βιώσιμη συμφωνία, αποφεύγοντας
χρονοβόρες και εξαντλητικές δικαστικές διαμάχες.
Συμπέρασμα
Η λύση του συμφώνου συμβίωσης και η ρύθμιση των ζητημάτων επιμέλειας,
διατροφής και επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων, αποτελούν δύο ξεχωριστές
νομικές διαδικασίες, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται με την διαδικασία
που ακολουθείται για το συναινετικό διαζύγιο.
Όταν τα μέρη συναινούν, το σύμφωνο συμβίωσης λύεται με
συμβολαιογραφική πράξη, ενώ τα ζητήματα των τέκνων μπορούν να
ρυθμιστούν μέσω διαμεσολάβησης, όπως ορίζει ο ισχύων νόμος. Όταν όμως
οι γονείς δεν μπορούν να φθάσουν σε μία συμφωνία, το σύμφωνο μπορεί να
λυθεί μονομερώς με εξώδικη καταγγελία και τα ζητήματα σχετικά με τα
ανήλικα τέκνα εισάγονται για επίλυση ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Η επιλογή της ορθής διαδικασίας και η εξατομικευμένη νομική καθοδήγηση
και χάραξη στρατηγικής είναι καταλυτικής σημασίας, ώστε να προστατευθούν
κατά το μέγιστο τόσο τα δικαιώματα των γονέων όσο και, κυρίως, το βέλτιστο
συμφέρον του τέκνου.
