Καταβολή διατροφής και μη κάλυψη των αναγκών του τέκνου: η νομική αντιμετώπιση

Η αξίωση διατροφής ανήλικου τέκνου αποτελεί προσωποπαγή αξίωση του ιδίου του τέκνου και όχι οικονομική παροχή προς τον γονέα με τον οποίο αυτό διαμένει. Κατά το άρθρο 1486 παρ. 2 ΑΚ, δικαιούχος είναι το ανήλικο, ενώ ο γονέας που εισπράττει το ποσό ενεργεί υπό την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου και υποχρεούται να το διαθέτει αποκλειστικά για την κάλυψη των αναγκών του δικαιούχου. Η διάκριση αυτή, θεωρητικά αυτονόητη, αποκτά πρακτική σημασία σε μια κατηγορία υποθέσεων που εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα. Όταν ο υπόχρεος καταβάλλει ανελλιπώς το επιδικασθέν ποσό, πλην όμως ουσιώδεις οικονομικές υποχρεώσεις που αφορούν το τέκνο παραμένουν ακάλυπτες.

Το μέτρο της διατροφής και το περιεχόμενό της

Οι γονείς βαρύνονται από κοινού με την υποχρέωση διατροφής, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ). Το μέτρο προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όσα απαιτούνται για τη συντήρηση, την ανατροφή και την εν γένει εκπαίδευσή του (άρθρο 1493 ΑΚ).Το επιδικαζόμενο ποσό ενσωματώνει, κατά κανόνα, το σύνολο των κονδυλίων που το δικαστήριο έκρινε αναγκαία: δαπάνες στέγασης και διατροφής, ένδυσης και υπόδησης, σχολικής εκπαίδευσης και εξωσχολικών δραστηριοτήτων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και μετακινήσεων.

Η αναντιστοιχία μεταξύ δικαστικής κρίσης και πραγματικότητας

Ζήτημα ανακύπτει όταν, παρά την κανονική καταβολή, ο υπόχρεος καλείται στην πράξη να αναλάβει εκ νέου και απευθείας σημαντικό μέρος των ίδιων δαπανών, καταβάλλοντας ο ίδιος δίδακτρα, συνδρομές δραστηριοτήτων, ιατρικά έξοδα ή δαπάνες ένδυσης, διότι ο γονέας που εισπράττει την διατροφή αρνείται να τις εξοφλήσει.Δημιουργείται τότε μη εφαρμογή της δικαστικής απόφασης, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε κάθε μεταγενέστερη δικαστική κρίση ως προς το ύψος της διατροφής και τη συμμετοχή του κάθε γονέα, αλλά κυρίως την διαχείριση κάλυψης των δαπανών του τέκνου.Εφόσον υφίσταται εκτελεστή δικαστική απόφαση ή άλλη δεσμευτική ρύθμιση, ο υπόχρεος δεν δικαιούται να μην καταβάλλει τα χρήματα για τα έξοδα για τα οποία υπολογίστηκε. .Σε περίπτωση όμως που συμβεί κάτι τέτοιο και ο δικαιούχος της διατροφής επικαλεστεί αδυναμία, η στάση αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Αυτό δίνει στον υπόχρεο που καταβάλλει την διατροφή να ζητήσει τροποποίηση της απόφασης.Η ενδεδειγμένη οδός δεν είναι η αυτοδικία, αλλά η προσφυγή στα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα με ταυτόχρονη τεκμηρίωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης.

Η αποδεικτική διάσταση

Στις υποθέσεις αυτές το βάρος μετατοπίζεται εξ ολοκλήρου στην απόδειξη. Κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν οι τραπεζικές μεταφορές με σαφή αιτιολογία, τα παραστατικά καταβολής διδάκτρων και συνδρομών, οι ιατρικές αποδείξεις, τα τιμολόγια αγοράς ειδών ένδυσης και υπόδησης, καθώς και η ηλεκτρονική αλληλογραφία και τα μηνύματα μεταξύ των γονέων από τα οποία προκύπτει αίτημα κάλυψης συγκεκριμένης δαπάνης.Η θεωρητική κατανομή των εξόδων στο σκεπτικό της προγενέστερης απόφασης δεν εξαντλεί το ζήτημα. Το δικαστήριο δύναται και οφείλει να εξετάσει την πραγματική οικονομική συμβολή εκάστου γονέα, συνεκτιμώντας και τις παροχές σε είδος.

Η μεταρρύθμιση της ρύθμισης κατ' άρθρο 1494 ΑΚ

Εφόσον μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι συνθήκες υπό τις οποίες καθορίστηκε η διατροφή, δύναται να ζητηθεί δικαστικώς η μεταρρύθμιση της προηγούμενης ρύθμισης, κατά το άρθρο 1494 ΑΚ.Η σταθερή και άμεση ανάληψη από τον υπόχρεο ουσιωδών αναγκών του τέκνου, πέραν του καταβαλλόμενου μηνιαίου ποσού, συνιστά παροχή που συνυπολογίζεται στη συνολική του συνεισφορά. Η κρίση παραμένει πάντοτε συνολική και λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες του ανηλίκου, τις οικονομικές δυνατότητες αμφοτέρων των γονέων, τον χρόνο διαμονής του τέκνου με καθέναν από αυτούς και το σύνολο των παροχών σε χρήμα ή σε είδος.

Συνεκτίμηση στο πεδίο της γονικής μέριμνας

Το ζήτημα ενδέχεται να υπερβεί τα όρια της διαφοράς περί το ύψος της διατροφής. Ειδικότερα, εάν, παρά την επαρκή οικονομική συνεισφορά του ενός γονέα, βασικές ανάγκες του ανηλίκου παραμένουν συστηματικά ακάλυπτες, το γεγονός αυτό δύναται, αναλόγως της έντασης, της διάρκειας και των συνεπειών του για το τέκνο, να συνεκτιμηθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της άσκησης της γονικής μέριμνας, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου (άρθρα 1511 και 1532 ΑΚ).Και μάλιστα ως προς το ζήτημα αυτό απαιτείται αυστηρή διερεύνηση, διότι η διαφορετική αντίληψη ως προς τη διαχείριση του οικογενειακού προϋπολογισμού δεν ταυτίζεται με την παραμέληση ουσιωδών αναγκών του ανηλίκου, η δε επίκληση της δεύτερης χωρίς επαρκή τεκμηρίωση αποβαίνει συνήθως εις βάρος του επικαλούμενου.

Συμπέρασμα

Η διατροφή δεν καταβάλλεται προς οικονομική ενίσχυση του έτερου γονέα, αλλά για την κάλυψη των αναγκών του τέκνου. Συνεπώς, σε κάθε σχετική δικαστική διαφορά δεν ασκεί επιρροή μόνον το ποιος τυπικά εμφανίζεται ως καταβάλλων και ποιος ως εισπράττων, αλλά και το εάν είναι σε θέση ο γονέας που εισπράττει την διατροφή, να την διαχειριστεί με τρόπο που να καλύπτει τις ανάγκες του ανηλίκου στην καθημερινότητά του.Όταν διαπιστώνεται ότι δεν γίνεται σωστή διαχείριση με αποτέλεσμα να υπάρχει διπλή επιβάρυνση του υπόχρεου, η ορθή αντιμετώπιση συνίσταται στη συστηματική τεκμηρίωση των πραγματικών δαπανών και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, στη δικαστική επανεξέταση της υφιστάμενης ρύθμισης, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου.