Η ίδια ιστορία, σε πολλές υποθέσεις επιμέλειας και επικοινωνίας με το τέκνο, αν και παραλλαγμένη εξαιτίας των συνθηκών κάθε οικογένειας, επαναλαμβάνεται. Ο ένας γονέας δυσανασχετεί ότι θέλει να βλέπει συχνότερα το παιδί του. Θεωρητικά και τυπικά, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με την δικαστική απόφαση: το πρόγραμμα και οι παραδόσεις του παιδιού τηρούνται κατά γράμμα. Ωστόσο, στην πράξη, κάτι είναι διαφορετικό. Το παιδί έρχεται συνεσταλμένο και σε ένταση, αναχωρεί γρήγορα, διστάζει να μοιραστεί ακόμη και τι έκανε το Σαββατοκύριακο.
Η γονική αποξένωση (parental alienation) μέσω της πρόκλησης του αισθήματος ενοχής στο παιδί εμπίπτει πλήρως σε αυτή την κατηγορία υποθέσεων: εκείνες όπου, επιφανειακά και τυπικά, όλα λειτουργούν. Δεν υφίστανται απαγορεύσεις, ούτε άμεσες κατηγορίες εναντίον του άλλου γονέα, ούτε χαμένες επικοινωνίες. Κατόπιν εμβάθυνσης, όμως, βρίσκουμε ένα παιδί πεπεισμένο ότι η χαρά του πλήττει κάποιον, που αισθάνεται ότι κάτι προδίδει.
Ένα παιδί δεν γίνεται να χρειάζεται να επιλέγει, πρέπει να δύναται να αγαπά και τους δύο γονείς του.
Η κατάσταση γίνεται προβληματική από τη στιγμή που το τέκνο αντιλαμβάνεται ότι η ικανοποίηση και απόλαυσή του από τη μία σχέση, συνεπάγεται αρνητικά συναισθήματα στην άλλη.
Αυτό σπανίως εκφράζεται ρητά. Συνήθως ενσωματώνεται στην παιδική πραγματικότητα μέσω φράσεων που δεν εντυπώνονται, αν ακουστούν μεμονωμένα: «Θα με αφήσεις μόνη/ μόνο μου;» «Δεν πειράζει, πήγαινε, εγώ θα είμαι εδώ.» «Θέλεις πραγματικά να πας;» Περιστασιακά και αποσπασματικά, πρόκειται για ανθρώπινες αντιδράσεις ενός γονέα που δυσφορεί να αποχωριστεί το τέκνο, και κανένα δικαστήριο δε θα συμπέραινε αποξένωση.
Όταν ακούγονται τακτικά, το παιδί σταδιακά, ακόμη και ασυνείδητα, κάνει έναν συνειρμό που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρειαστεί να κάνει και καταλήγει σε οδυνηρό συμπέρασμα: αν πάω, πληγώνω.
Γιατί η γονική αποξένωση μέσω ενοχών στο τέκνο δεν προαπαιτεί απαγορευτικά,
και αυτό είναι το κυριότερο σημείο παρανόησης. Θεωρούμε ότι προϋπόθεση της αποξένωσης είναι απαγορευτικές εκφράσεις όπως «δεν θα πας στον πατέρα σου/ στη μητέρα σου». Πρακτικά, δεν είναι απαραίτητο.
Το παιδί μπορεί να είναι απολύτως ελεύθερο, θεωρητικά, να πάει. Ωστόσο, αν κάθε φορά που το παιδί φεύγει, βλέπει τον ένα γονέα του δακρυσμένο, δυσαρεστημένο ή σιωπηλό, με τη σιωπή του τελευταίου, μάλιστα, να διαρκεί, πρακτικά δε μιλάμε για ελευθερία μετακίνησης. Ιδιαίτερα στα παιδιά μικρότερης ηλικίας, παρατηρείται η επιτακτική ανάγκη να προστατεύσουν τον γονέα που μένει πίσω, που υπερισχύει της επιθυμίας τους να δουν τον άλλο. Δεν μπορούν να συλλάβουν ότι αποτελούν την αιτία που κάποιος που αγαπούν λυπάται.
Συνεπώς, και χωρίς να πληγεί κανένας όρος της δικαστικής απόφασης, η επικοινωνία στερείται περιεχομένου και σκοπού.
Από την ενοχή, στο στάδιο της άρνησης
Μακροπρόθεσμα, προκύπτει το στάδιο που προκαλεί την περισσότερη σύγχυση στις δικαστηριακές διαδικασίες: το ίδιο το παιδί ισχυρίζεται ότι δεν επιθυμεί να πάει.
Η δήλωση αυτή του τέκνου πρέπει να ληφθεί υπόψιν, κατόπιν κριτικής ερμηνείας. Η βασικότερη ερώτηση δεν είναι αν το παιδί αρνείται, αλλά για ποιο λόγο αρνείται. Υπάρχουν περιπτώσεις που το ίδιο το τέκνο ειλικρινά δεν επιθυμεί να φύγει από τον γονέα που διαμένει, για προσωπικούς και απολύτως σεβαστούς λόγους. Υπάρχει, όμως, και το ενδεχόμενο να έχει συνειδητοποιήσει ότι η αναχώρησή του κοστίζει, οπότε η άρνησή του δεν οφείλεται στην αποστροφή του ενός γονέα, αλλά στην προάσπιση του άλλου.
Οι ενδείξεις είναι αποσπασματικές και, αν απομονωθούν, στερούνται σημασίας. Το παιδί αποκρύπτει ότι πέρασε ευχάριστα. Αποφεύγει να συζητήσει για τις δραστηριότητες που έκανε. Βρίσκεται σε κατάσταση στρες και έντασης πριν από την παράδοση, εκφράζει την επιθυμία να επιστρέψει νωρίτερα, υιοθετεί απόλυτες εκφράσεις υπέρ του ενός γονέα που δεν συνάδουν ούτε με την ηλικία του ούτε με την προϋφιστάμενη σχέση του με τον άλλο. Σημασία δεν έχει το κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά η συνολική εικόνα στο παιδικό μυαλό.
Τι κρίνει πραγματικά το δικαστήριο
Το άρθρο 1511 ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4800/2021, δεν περιορίζεται στην αφηρημένη επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας του «βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου». Προσδιορίζει ότι αυτό εξυπηρετείται, πρωταρχικά, από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη φροντίδα του, καθώς και από την αποφυγή του ενδεχομένου υπονόμευσης των σχέσεών του με καθέναν από αυτούς. Η διατύπωση αυτή είναι βαρύνουσα, γιατί μετατοπίζει τον προβληματισμό από την τήρηση ενός προγράμματος στην προαγωγή της ποιότητας της σχέσης που διαμορφώνεται.
Στην ίδια φιλοσοφία, το άρθρο 1520 ΑΚ επιβάλλει στον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο όχι μόνο να ανέχεται, αλλά και να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία με τον άλλο γονέα. Μιλάμε, δηλαδή, για θετική υποχρέωση. Δεν τηρείται, με το να ανοίγει απλώς ο ένας γονέας την πόρτα του σπιτιού.
Η πολυτιμότερη διάταξη πάντως είναι το άρθρο 1532 ΑΚ. Μεταξύ των περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη, συμπεριλαμβάνεται ρητά η διατάραξη και υπονόμευση της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του, όπως και η με κάθε τρόπο διάρρηξη των σχέσεων αυτών. Η φράση «με κάθε τρόπο» είναι το κλειδί. Καλύπτει και τη, θεωρητικά, καθ’ όλα νόμιμη μέθοδο που αναλύσαμε.
Στο δίκαιο της απόδειξης, η συστηματική πρόκληση ενοχών σπάνια είναι αυθύπαρκτος ισχυρισμός. Αποκτά έδαφος θεμελίωσης όταν συνδυάζεται με τη σταδιακή μεταβολή της παιδικής συμπεριφοράς, με μια άρνηση από το τέκνο που δεν δικαιολογείται από κανένα συγκεκριμένο περιστατικό, ή με λόγο που το παιδί δεν γίνεται να έχει υιοθετήσει από μόνο του.
Η απαιτούμενη προσοχή στη χρήση του όρου
Εισάγεται εδώ μια αναγκαία επιφύλαξη, εξίσου σημαντική με την παραπάνω εμβάθυνση. Ο όρος «γονική αποξένωση» έχει χρησιμοποιηθεί συχνότατα, και όχι πάντοτε σωστά και θεμελιωμένα. Η οποιαδήποτε, ανεξαρτήτως βαρύτητας, δυσχέρεια στην επικοινωνία δεν είναι στρατηγική αποξένωσης, ούτε η οποιαδήποτε αρνητική αντίδραση του τέκνου αποτέλεσμα χειραγώγησης.
Υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, περιπτώσεις όπου το παιδί δυσανασχετεί ή εκφράζει φόβο για λόγους πραγματικούς, και η αυθαίρετη απόδοση χαρακτηρισμών μπορεί να μη λειτουργήσει υπέρ του. Γι’ αυτό σε κάθε τέτοια υπόθεση το πιο κρίσιμο είναι η κριτική και ψύχραιμη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών, με τη συνδρομή κοινωνικών λειτουργών ή παιδοψυχολόγων, όταν η δυναμική της οικογένειας το απαιτεί.
Το βάρος δεν το επωμίζεται το τέκνο
Ο χωρισμός είναι ζήτημα της σχέσης των γονέων ως ζευγαριού. Το παιδί δεν πρέπει να διαδραματίζει κανέναν ρόλο στη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων κανενός από τους δύο, και δεν πρέπει να πιστεύει ότι η ψυχική τους ισορροπία βρίσκεται σε συνάρτηση με τις επιλογές του.
Πραγματική υποστήριξη και προαγωγή της επικοινωνίας είναι να δίνεται η δυνατότητα στο τέκνο να αποχωρεί χωρίς ενοχή, και να επιστρέφει χωρίς να νιώθει ότι χρειάζεται να απολογηθεί που πέρασε ωραία. Όταν υπάρχουν ενδείξεις και υποψίες ότι το παιδί είναι έρμαιο μιας τέτοιας εσωτερικής σύγκρουσης, η έγκαιρη νομική και επιστημονική καθοδήγηση είναι ζωτικής σημασίας. Αποτελεί μία λέμβο σωτηρίας για τη σχέση με τον άλλο γονέα, ώστε να μην τεθεί το ζήτημα λίγα χρόνια αργότερα, για μια σχέση που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.
