Εισαγωγή
Η διαφωνία σχετικά με το ποιος είναι ο καταλληλότερος να ασκεί την επιμέλεια του παιδιού δημιουργεί από μόνη της συνθήκες έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Όμως ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες είναι όταν, ως τόπος διαμονής, έχει οριστεί η οικία του ενός γονέα και το παιδί αρνείται να πάει στον άλλο γονέα για την προγραμματισμένη επικοινωνία.Η άρνηση αυτή συνεπάγεται αγωνία, ενοχές και συγκρούσεις. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι αν μετράει η γνώμη του παιδιού και τι πραγματικά εξετάζει το Δικαστήριο.
Μετράει η γνώμη του παιδιού;
Σύμφωνα με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη, εφόσον έχει την απαιτούμενη ωριμότητα. Συνεπώς, όπως γίνεται αντιληπτό, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ηλικιακό όριο, αλλά ο Δικαστής που επικοινωνεί με το παιδί κρίνει κατά περίπτωση αν είναι αρκετά ώριμο ώστε να εκφράσει τις επιθυμίες του και να μπορεί να σταθμίσει, ως έναν βαθμό, το συμφέρον του.Επίσης, το Δικαστήριο αξιολογεί, στις περιπτώσεις άρνησης της επικοινωνίας, εάν είναι συνεπής η στάση του παιδιού ή αν πρόκειται για ξαφνική μεταστροφή, καθώς και εάν η αιτία της άρνησης είναι προϊόν δικής του βούλησης ή αποτέλεσμα επιρροής με δημιουργία αρνητικών συναισθημάτων.
Άρνηση επικοινωνίας: Πιθανές αιτίες
Η άρνηση επικοινωνίας μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες.Για παράδειγμα, μπορεί να είναι αποτέλεσμα έντονης σύγκρουσης μεταξύ των γονέων και το παιδί να επιρρίπτει ασυνείδητα ευθύνες σε έναν από τους δύο.Μπορεί επίσης να οφείλεται σε φόβο προς τον γονέα με τον οποίο καλείται να επικοινωνήσει, λόγω προηγούμενων αρνητικών εμπειριών.Περαιτέρω, υφίσταται η πιθανότητα η άρνηση να οφείλεται σε συναισθηματική πίεση από τον έναν γονέα, όπου βέβαια πρόκειται για προσπάθεια γονικής αποξένωσης.Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου κάποιο παιδί απλώς δεν είναι σε θέση ακόμη να προσαρμοστεί σε ένα τέτοιο πρόγραμμα με μετάβαση στην άλλη οικία του γονέα, με τον οποίο μέχρι πρότινος περνούσε χρόνο στην οικογενειακή εστία.Για το Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να εξακριβωθεί τι ακριβώς συμβαίνει, ώστε να καταλήξει σε μία ασφαλή για το παιδί και δίκαιη για όλους απόφαση.
Πότε επηρεάζεται η επιμέλεια παιδιού;
Η άρνηση αυτή δεν επηρεάζει αυτόματα τυχόν άσκηση συνεπιμέλειας, ούτε συνεπάγεται επίρριψη ευθυνών στον γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί.Ωστόσο, σε περιπτώσεις που προκύπτει από τη διαδικασία ότι ο ένας γονέας προσπαθεί, με διάφορους τρόπους, να παραβιάσει το δικαίωμα επικοινωνίας του άλλου γονέα και να τη ματαιώσει, ή όταν υπονομεύει τη σχέση του παιδιού με τον άλλον γονέα δημιουργώντας συναισθηματική πίεση και προκαλώντας αισθήματα ενοχής, τότε πράγματι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν ο γονέας που προκαλεί αυτές τις καταστάσεις είναι ικανός να ασκεί την επιμέλεια.Αν διαπιστωθεί σοβαρή διατάραξη της σχέσης με υπαιτιότητα του γονέα που ασκεί την επιμέλεια παιδιού, μπορεί να ζητηθεί μεταρρύθμιση της απόφασης.
Τι δεν πρέπει να κάνουν οι γονείς:
Σε περιπτώσεις άρνησης επικοινωνίας, οι βεβιασμένες κινήσεις συχνά επιδεινώνουν την κατάσταση.Στις περιπτώσεις αυτές, οι γονείς δεν θα πρέπει να πιέζουν το παιδί ή να το απειλούν, αλλά αντίθετα να αποδεχθούν το συναίσθημά του και να συνεργαστούν με ειδικό ψυχικής υγείας για να επιλυθεί το πρόβλημα.Πάντως, το παιδί δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται μεταξύ των γονέων ως μέσο αντιπαράθεσης, ούτε να εκτυλίσσονται μπροστά του σκηνές έντασης.Η επιμέλεια παιδιού κρίνεται πάντα με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου και η συμπεριφορά των γονέων παίζει καθοριστικό ρόλο.
Μπορεί να ζητηθεί μεταρρύθμιση της υπάρχουσας απόφασης επικοινωνίας;
Ναι, εφόσον υπάρχουν ουσιώδεις και μόνιμες μεταβολές των συνθηκών.Εάν το παιδί αρνείται συστηματικά και σταθερά να πραγματοποιήσει την επικοινωνία με τον έτερο γονέα και το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται για δική του, ανεπηρέαστη βούληση, την οποία είναι αρκετά μεγάλο ώστε να εκφράσει με την απαιτούμενη ωριμότητα, τότε μπορεί να οριστεί διαφορετικός τρόπος ή πλαίσιο επικοινωνίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις αντοχές του παιδιού.Όταν, αντιθέτως, η άρνηση επικοινωνίας είναι κατευθυνόμενη από τον γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί και αποτελεί αποτέλεσμα αρνητικής επιρροής, καλλιέργειας φόβου ή δημιουργίας αρνητικών συναισθημάτων απέναντι στον άλλο γονέα, τότε εξετάζεται εκ νέου η επιμέλεια, κατόπιν αιτήματος του έτερου γονέα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ακαταλληλότητα του γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί, ακόμη και λόγω φαινομένων γονικής αποξένωσης, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε αφαίρεση της επιμέλειας.Κάθε υπόθεση όμως είναι μοναδική. Η επιμέλεια παιδιού δεν αλλάζει τιμωρητικά, αλλά μόνο όταν εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του παιδιού.
Συμπέρασμα
Η άρνηση επικοινωνίας είναι ένα από τα πιο ευαίσθητα αλλά και δύσκολα ζητήματα στην άσκηση της επιμέλειας παιδιού και στο δικαίωμα επικοινωνίας με τους γονείς. Δεν αντιμετωπίζεται με απλές απαντήσεις, αλλά με εξέταση εις βάθος των πραγματικών συνθηκών.Απαιτεί ψύχραιμη αξιολόγηση, νομική καθοδήγηση και – πάνω από όλα – προτεραιότητα στο παιδί. Αν βρίσκεστε σε μια τέτοια κατάσταση, η σωστή στρατηγική από την αρχή μπορεί να αποτρέψει σοβαρότερες συνέπειες στο μέλλον.
