Τα προβλήματα που προκύπτουν
Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο, ένας εκ των δύο να έχει αναλάβει κατά τη διάρκεια του γάμου τη διαχείριση των οικονομικών και των περιουσιακών ζητημάτων, με αποτέλεσμα ο άλλος σύζυγος να μην γνωρίζει σημαντικά στοιχεία που έχουν να κάνουν με την περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, ή/και να μην έχει πρόσβαση σε αυτή, όπως για παράδειγμα σε τραπεζικές καταθέσεις που ενδέχεται να υπάρχουν σε μη κοινό λογαριασμό.Το ερώτημα που μου κάνουν οι ενδιαφερόμενοι αν μπορούν να διεκδικήσουν την αξίωσή τους από τα αποκτήματα, παρόλο που δεν γνωρίζουν τι ακριβώς υπάρχει.Η απάντηση είναι ναι. Και εξηγούμε παρακάτω γιατί.
Τι ακριβώς διεκδικούμε – σε απλά λόγια
Σύμφωνα με το άρθρο 1400 ΑΚ, θεμελιώνεται αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, η οποία κατ’ αρχήν ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας, εκτός αν αποδειχθεί διαφορετικός βαθμός συμβολής.Ειδικότερα, σύμφωνα με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, όταν δύο άνθρωποι είναι παντρεμένοι, ό,τι αυξάνεται στην περιουσία του ενός οφείλεται, έστω εν μέρει, και στη συμβολή του άλλου. Αυτή η συμβολή δεν χρειάζεται να είναι οικονομική – μπορεί να είναι η φροντίδα των παιδιών, η διαχείριση των λειτουργικών αναγκών της οικογενειακής στέγης, η στήριξη στην καριέρα και επαγγελματική εξέλιξη του άλλου.Αυτό που διεκδικείται είναι ένα ποσοστό επί της αύξησης της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου. Αυτό που χρειάζεται προσοχή, είναι ότι ως αύξηση δεν νοείται η περιουσία που έχει σήμερα, αλλά η διαφορά μεταξύ της περιουσίας που υπήρχε κατά τη σύναψη του γάμου και αυτής που υφίσταται κατά τη λήξη του γάμου. Αυτό σημαίνει ότι εάν κάποιος είχε ένα ακίνητο πριν τον γάμο, σε αυτό ο άλλος σύζυγος δεν έχει κάποιο δικαίωμα.Ομοίως εξαιρείται και ό,τι αποκτά κανείς από γονικές παροχές και κληρονομιά.
Η άγνοια για το ύψος της περιουσίας δεν είναι πρόβλημα
Τούτο διότι δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς ακριβή ποσά για την αγωγή αποκτημάτων. Αρκεί η επίκληση και κατ’ αρχήν απόδειξη της συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας, ενώ η περαιτέρω εξειδίκευση των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να λάβει χώρα στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας. Αρκεί να γίνει περιγραφή της εικόνας της περιουσίας σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει ο δικαιούχος, να γίνει αναφορά σε πιθανές πηγές περιουσίας και να ζητηθεί το ποσοστό επί της περιουσίας που προκύψει από τα αποδεικτικά στοιχεία.Αυτό, δίνει τη δυνατότητα να προστεθούν στοιχεία που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Γιατί η αλήθεια είναι ότι τα πιο σημαντικά στοιχεία βγαίνουν συχνά κατά τη διάρκεια της δίκης, όχι πριν από αυτήν.
Τα εργαλεία που έχουμε στα χέρια μας
Η επίδειξη εγγράφων
Αυτή είναι η λύση στο πρόβλημα. Με αίτηση επίδειξης εγγράφων μπορεί να ζητηθεί άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, κινήσεις, στοιχεία για θυρίδες, επενδυτικά προϊόντα, μετοχές. Το δικαστήριο δεν απευθύνεται μόνο στον σύζυγο – μπορεί να διατάξει και τρίτους, δηλαδή τις ίδιες τις τράπεζες, να προσκομίσουν ό,τι έχουν.Αυτό αλλάζει εντελώς την εικόνα, διότι καθίσταται υπόχρεος ο έτερος σύζυγος να προσκομίσει στοιχεία για να εξακριβωθεί το ύψος της περιουσίας του.
Τα φορολογικά στοιχεία
Από τις δηλώσεις και τα εκκαθαριστικά της εφορίας μπορούν να προκύψουν τα ακίνητα, οχήματα, εισοδήματα, ίσως και οι αποταμιεύσεις το ύψος των οποίων φαίνεται όταν αναγράφονται οι τόκοι καταθέσεων.
Ο τρόπος ζωής ως απόδειξη
Γενικά υποτιμάται ο τρόπος ζωής και το βιοτικό επίπεδο ως αποδεικτικό στοιχείο, ωστόσο τα δικαστήρια τα λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη. Αν ο σύζυγος δηλώνει εισόδημα 1.200 ευρώ το μήνα αλλά κατέχει ακριβό αυτοκίνητο, διάγει πολυδάπανο βίο, τα παιδιά πηγαίνουν σε ιδιωτικά σχολεία κ.ά., το Δικαστήριο εκτιμά αναλόγως αυτά τα στοιχεία.
Οι τραπεζικές καταθέσεις – το πιο δύσκολο κομμάτι
Δυστυχώς οι καταθέσεις δεν ερευνώνται τόσο εύκολα όσο τα ακίνητα που υπάρχουν καταχωρημένα στα κτηματολόγια και τα υποθηκοφυλακεία. Πέρα από αυτό, οι καταθέσεις είναι πολύ εύκολο να αποκρυφθούν κατά τη διάρκεια της διάστασης, με μεταφορά τους σε λογαριασμούς τρίτων, επίσης είναι εύκολο να αναλωθούν ώστε να μην υφίστανται κατά το χρονικό σημείο που θα κρίνει το Δικαστήριο σχετικά με την ύπαρξή τους και το ύψος τους. Ιδίως σε περιπτώσεις μεταβίβασης ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων ενόψει διάστασης, τα δικαστήρια δύνανται να συνεκτιμήσουν τη συμπεριφορά αυτή ως ένδειξη ύπαρξης περιουσίας και να προβούν σε δικανικό σχηματισμό κρίσης βάσει έμμεσων αποδείξεων.Η λύση δεν είναι μία, αλλά απαιτείται συνδυασμός ενεργειών. Αιτήματα επίδειξης εγγράφων, διασταύρωση με φορολογικά στοιχεία, καταθέσεις μαρτύρων, ακόμα και γραπτές συνομιλίες ή email μεταξύ των συζύγων.
Τι χρειάζεται προσοχή
Όσο περνά ο χρόνος είναι εύκολο να αναλωθούν χρήματα και να μεταβιβαστούν περιουσιακά στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι για να μην χάσει ο δικαιούχος την αξίωσή του, θα πρέπει έγκαιρα να κινηθεί με συγκεκριμένες ενέργειες είτε για την συναινετική επίλυση της διαφοράς είτε για την δικαστική διεκδίκηση. Η έγκαιρη νομική κινητοποίηση είναι κρίσιμη, καθώς η παρέλευση του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε απομείωση ή απόκρυψη της περιουσίας και, συνακόλουθα, σε ουσιώδη αποδυνάμωση της αξίωσης.
Μια τελευταία σκέψη
Η διεκδίκηση αποκτημάτων σε περιπτώσεις όπου ο δικαιούχος αγνοεί την ακριβή έκταση της περιουσίας του άλλου συζύγου δημιουργεί, εκ πρώτης όψεως, μια εμφανή αποδεικτική ανισορροπία. Ωστόσο, η ίδια η δίκη προβλέπει μηχανισμούς που αποσκοπούν στην άρση της ανισότητας αυτής και στη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.Η έλλειψη πλήρους γνώσης των περιουσιακών στοιχείων δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής. Αρκεί η επίκληση και πιθανολόγηση της συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου, ενώ η περαιτέρω διερεύνηση και εξειδίκευση των στοιχείων μπορεί να λάβει χώρα στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας.Σε κάθε περίπτωση, καθοριστικής σημασίας είναι η έγκαιρη άσκηση του δικαιώματος, καθώς η παρέλευση του χρόνου δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς τη δυνατότητα ικανοποίησης της σχετικής αξίωσης.
