Στην πρώτη δίκη, η μητέρα είχε την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού.
Επέλεξε όμως να συμβιβαστεί.
Δέχθηκε χαμηλή διατροφή, με τη σκέψη ότι:
- η νέα της εργασία θα εξελιχθεί θετικά,
- θα διατηρηθεί μια καλή σχέση με τον πατέρα,
- η συνεννόηση θα λειτουργήσει προς όφελος του παιδιού.
Ο συμβιβασμός τότε έμοιαζε «λογικός».
Δύο χρόνια μετά, τα δεδομένα άλλαξαν
Δύο χρόνια αργότερα, η υπόθεση ήρθε ξανά στο δικαστήριο. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική:
- τα έξοδα του παιδιού είχαν αυξηθεί,
- η καθημερινότητα δεν καλυπτόταν από τη διατροφή,
- η μητέρα επιβαρυνόταν σχεδόν αποκλειστικά με τις ανάγκες του παιδιού.
Αυτή τη φορά, δεν υπήρξε συμβιβασμός.
Τι δέχθηκε το δικαστήριο.
Το δικαστήριο:
- διπλασίασε τη διατροφή,
- δέχθηκε όλο το πραγματικό κόστος ανατροφής,
- αναγνώρισε έξοδα ακόμη και χωρίς αποδείξεις.
Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι καλύπτονται:
- ιδιαίτερα μαθήματα,
- χαρτζιλίκι,
- αμοιβή κυρίας για φύλαξη,
- καθημερινές ανάγκες που δεν τεκμηριώνονται πάντα με παραστατικά.
Γιατί;
Γιατί στη διατροφή ανηλίκου δεν απαιτείται λογιστική απόδειξη, αλλά απόδειξη της πραγματικής ανάγκης.Το κρίσιμο νομικό μήνυμαΗ διατροφή παιδιού:
- δεν παγώνει στον χρόνο,
- δεν δεσμεύεται από έναν παλιό συμβιβασμό,
- προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες ζωής του παιδιού.
Ακόμη κι αν κάποιος γονέας συμβιβάστηκε στο παρελθόν,
το δικαστήριο εξετάζει το σήμερα – όχι τις προσδοκίες του χθες.
Συμπέρασμα
Ο συμβιβασμός μπορεί να είναι χρήσιμος.
Δεν πρέπει όμως να γίνεται εις βάρος του παιδιού.
Και όταν οι ανάγκες αλλάζουν,
η διατροφή μπορεί και πρέπει να επανεξεταστεί
